Olea europaea (Ελιά)

Ελιά και Αγριελιά (Olea europaea)
Οικογένεια: Ελαιίδες (Oleaceae)
Γένος: Ελαία (Olea)

Η Ελιά είναι φυτό που ανήκει στο γένος Ελαία (Olea) της οικογένειας Ελαιίδες (Oleaceae). Είναι αείφυλλο δένδρο ή μεγάλος θάμνος. Αυτοφύεται στις εύκρατες και θερμές χώρες της Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Υπάρχουν συνολικά γύρω στα 35 είδη. Στη χώρα μας υπάρχει μόνο ένα είδος ελιάς, η Ελιά η ευρωπαϊκή, που τη βρίσκουμε σε δύο ποικιλίες: την ευρωπαϊκή (Olea europaea var. europaea) που καλλιεργείται για τους καρπούς της και τη δασική (Olea europaea var. oleaster) που είναι η γνωστή μας Αγριελιά.

Η ιστορία της Ελιάς είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία των οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών. Υπάρχουν αναρίθμητες γραπτές πηγές, παραδόσεις, μύθοι, στοιχεία ανασκαφών κ.ά. που αποδεικνύουν τη σχέση της Ελιάς με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη Γη. Κλαδιά ελιάς έχουν βρεθεί και σε τάφους των Φαραώ ενώ η καλλιέργειά της περιγράφεται σε παπύρους εκείνης της εποχής που έχουν χρονολογηθεί γύρω στο 1550 π.Χ.. Για τους Εβραίους η ελιά ήταν σύμβολο ειρήνης και το λάδι της ήταν ιερό αφού με αυτό έχριζαν του βασιλείς τους (κεχρισμένοι). Οι καρποί της Ελιάς ήταν άλλωστε ανάμεσα στα αγαθά που ο Θεός υποσχέθηκε πως θα δώσει στο λαό Ισραήλ όταν αυτός φτάσει στη Γη Χαναάν, τη Γη της Επαγγελίας, πολλές δεκαετίες πριν από το 1550 π.Χ..

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την ελιά σύμβολο δόξας και νίκης, Γι αυτό άλλωστε το λόγο έστεφαν τους Ολυμπιονίκες με στεφάνι ("κότινο") από άγρια ελιά που την ονόμαζαν "καλλιστέφανο". Κατά την παράδοση η Καλλιστέφανος ελιά ήταν η πρώτη ελιά που μεταφυτεύτηκε στην Ολυμπία από τον Ηρακλή. Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν πολύ την ελιά στις παραδόσεις τους. Θα τη βρούμε σε πολλές περιπτώσεις. Οι Αθηναίοι τη θεωρούσαν δώρο της θεάς Αθηνάς στην πόλη τους. Η ελιά που ήταν φυτεμένη στην Ακρόπολη ήταν δένδρο ιερό. Όποιος έκοβε κλαδί της τιμωρείτο με θάνατο. Ο Σόλωνας είχε ρυθμίσει νομοθετικά και τον τρόπο με τον οποίο θα φυτεύονται οι ελιές στους ελαιώνες ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη απόδοση. Επίσης απαγόρευε να κόβονται περισσότερα από δύο δένδρα το χρόνο σε κάθε ελαιώνα. Στους αθλητικούς αγώνες των Παναθηναίων που γίνονταν κάθε 4 χρόνια, οι νικητές έπαιρναν ως βραβείο ένα ειδικά ζωγραφισμένο μεγάλο αγγείο μέσα στο οποίο υπήρχε λάδι. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όσο χρειάζονταν και το υπόλοιπο είχαν δικαίωμα να το εμπορευτούν ή να το ..εξάγουν! Πέρα όμως από τις πολλές παραδόσεις, αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που αντελήφθησαν τη σημασία της ελιάς και γι αυτό ήταν και οι πρώτοι που την καλλιέργησαν. Φημισμένος ελαιώνας υπήρχε μεταξύ Ακαδημίας, Ιεράς οδού και Κηφισού, εκεί που ο Πλάτωνας είχε ιδρύσει το ιερό των Μουσών. Από τον ελαιώνα αυτό που σωζόταν επί τουρκοκρατίας σήμερα μία μόνο γέρικη ελιά επιζεί, στο νότιο κράσπεδο της Ιεράς οδού (ελιά του Πλάτωνα).

Η καλλιέργεια της ελιάς συνεχίζεται στη χώρα μας μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στα παραθαλάσσια μέρη και στα νησιά. Σε μερικές περιοχές υπάρχουν ελαιόδενδρα με διάμετρο κορμού 1 έως 2 μ. και ηλικία πάνω από 1000 χρόνια. Η μεγαλύτερη και αρχαιότερη ελιά της χώρας μας βρίσκεται στα Σβορωνάτα της Κεφαλλονιάς και ο κορμός της έχει διάμετρο 5,50 μ..

Η Αγριελιά είναι θάμνος μακρόβιος, στην ουσία αθάνατος. Έχει πολλά κλαδιά, στρεβλά που όταν ξεραθούν δημιουργούνται παραβλαστήματα από το υπόγειο τμήμα του βλαστού και το δένδρο συνεχίζει τη ζωή του. Τα φύλλα της είναι μικρά, αντίθετα, βραχύμισχα, ωοειδή, με σκουροπράσινο χρώμα από πάνω και αργυρόλευκο από κάτω. Το αργυρό χρώμα στο κάτω μέρος του φύλλου της ελιάς οφείλεται στο μεγάλο αριθμό πολυκύτταρων λεπιοειδών τριχών που υπάρχουν στην κάτω επιδερμίδα. Οι καρποί της είναι μικρές μαύρες δρύπες που παράγουν εξαιρετικής ποιότητας λάδι. Είναι το ονομαστό "αγριόλαδο", που χρησιμοποιείται στη λαϊκή ιατρική ως φάρμακο, σε δερματικές και άλλες παθήσεις.

Η Αγριελιά είναι ένα από τα τυπικά φυτά των μεσογειακών οικοσυστημάτων και ειδικά των διαπλάσεων των αειφύλλων σκληροφύλλων θάμνων (μακκί). Υπάρχουν στη χώρα μας αναρίθμητες άγριες ελιές που φυτρώνουν στις χαμηλές πλαγιές των βουνών, μαζί με άλλους θάμνους. Είναι γνωστά και με τα κοινά ονόματα Αγριλιός, Γριλολιά, Κοσίνη, Κόστινος, Λευκάδα, Σκαντζογριλιός, Αρκολιά κτλ. Πολύ συχνά η άγρια ελιά χρησιμοποιείται ως υποκείμενο για εμβολιαστούν πάνω σ΄ αυτή διάφορες ποικιλίες ήμερης, καλλιεργούμενης ελιάς. Έτσι οι ελαιώνες επεκτείνονται όλο και περισσότερο. Ενδιαφέρον έχει και η προσπάθεια επέκτασης των ελαιώνων με εμβολιασμό των παραβλαστημάτων της άγριας ελιάς σε περιοχές που καταστράφηκαν από πυρκαγιές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κυρίως στην Κρήτη και έχει εξαιρετική σημασία από οικολογική άποψη.

Η καλλιεργούμενη ελιά είναι μεγάλο, υπεραιωνόβιο δένδρο που το ύψος της μπορεί να φτάσει και τα 20 μέτρα. Ο κορμός της σκεπάζεται από σταχτόχρωμο περίδερμα (φλοιό) που φέρει κατά περιοχές χαρακτηριστικά εξογκώματα (κν. βυζιά). Το ριζικό της σύστημα έχει τη δυνατότητα να αναπτύσσεται τόσο προς τα κάτω όσο και προς τα πλάγια. Αναζητά νερό σε πολύ χαμηλούς ορίζοντες του εδάφους και δεν είναι τυχαίο ότι έχουν βρεθεί ρίζες ελιάς σε εκσκαφές δρόμων ή σηράγγων και σε βάθος 60 ή 70 μέτρα μέσα στο έδαφος! Τα φύλλα της έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά είναι μεγαλύτερα απ΄ αυτά της Αγριελιάς. Τα άνθη της εμφανίζονται σε ταξιανθίες τύπου βότρυ. Είναι μικρά με κιτρινόλευκο χρώμα και μόνο το 1-5% των πολυάριθμων ανθέων θα δώσει τους γνωστούς μελανόχρωμους καρπούς, τις ελιές, που είναι μεγαλύτερες από αυτές της Αγριελιάς. Η καλλιεργούμενη ελιά καρποφορεί κάθε δύο χρόνια. Το λάδι στον καρπό αρχίζει να συγκεντρώνεται κατά το τέλος του καλοκαιριού, δηλαδή γύρω στον Αύγουστο. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τη συγκέντρωση του λαδιού αλλά ένας βασικός κανόνας που ισχύει για όλα τα φυτά και έχει σχέση με τη σημασία των ελαίων γενικά για την επιβίωση τους, μας οδηγεί να επισημάνουμε κάτι που δεν είναι και τόσο γνωστό. Όσο μεγαλύτερη είναι η ξηρασία τόσο μικρότερος θα είναι ο καρπός αλλά με μεγαλύτερη αναλογία βάρους σε λάδι.

Στη χώρα μας καλλιεργούνται πάρα πολλές τοπικές ποικιλίες ελιάς. Άλλες για την παραγωγή λαδιού και άλλες ως φαγώσιμες. Από τις ποικιλίες που είναι κατάλληλες για φαγητό (επιτραπέζιες) ξεχωρίζουν οι ελιές Καλαμών και Αμφίσσης, η Βολιώτικη, η Βασιλικάδα, η Δαφνολιά, οι Θρούμπες, η Στρουμπουλολιά της Κέρκυρας, και άλλες. Από τις ελαιοπαραγωγικές ποικιλίες πιο γνωστές είναι η Κορωνέϊκη, η Καλοκαιρίδα Κερκύρας, η Λιανολιά Κερκύρας, η Ανωησάνα κ.ά.. Τέλος υπάρχουν και μερικές ποικιλίες με διπλή δυνατότητα. Ο καρπός τους είναι κατάλληλος και ως επιτραπέζιος αλλά και για παραγωγή λαδιού. Τέτοιες είναι η Μεγαρίτικη, η Κοθρέϊκη, η Κουτσουρελιά κ.ά.. Η πιο παράξενες είναι η Λευκόκαρπη ποικιλία, που κάνει ελιές λευκές, αντί μαύρες και η Ασπρολιά της Λευκάδας, που οι καρποί της είναι στην αρχή λευκοί και έπειτα μαυρίζουν.

Η συγκομιδή του καρπού της ελιάς είναι δαπανηρή και επίπονη εργασία που γίνεται στις αρχές του Χειμώνα. Όταν τα δένδρα είναι ψηλά τότε η συγκομιδή είναι δύσκολη και ο καρπός αφήνεται να πέσει στο έδαφος. Σε άλλες περιοχές τα δένδρα ραβδίζονται για να πέσει ο καρπός. Αυτή η μέθοδος έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα αφού δημιουργεί προβλήματα στο δένδρο γιατί τα κλαδιά του τραυματίζονται. Πολλές φορές τα κλαδιά των δένδρων "χτενίζονται" με ειδικά χτένια που παρασύρουν τον καρπό άλλά δεν ρίχνουν τα φύλλα. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται δονητές που τραντάζουν τα κλαδιά και ρίχνουν τον καρπό πάνω στα ειδικά υφάσματα που έχουν απλωθεί προηγουμένως στο έδαφος. Τέλος, η συγκομιδή της φαγώσιμης ελιάς γίνεται μόνο με το χέρι και με μεγάλη προσοχή για να μην τραυματιστεί ο καρπός οπότε και χάνει την εμπορική αξία του. 

Εξαιρετικής σημασίας προϊόν του καρπού της Ελιάς είναι το λάδι που αποτέλεσε πάντα για το λαό μας πολύτιμη και θρεπτική τροφή. Το ελαιόλαδο περιέχει πολύτιμα συστατικά όπως διάφορα λιποειδή, άλατα ασβεστίου, καλίου, θείου, σιδήρου, μαγγανίου και φωσφόρου, μεγάλες ποσότητες βιταμινών Α και C και ενέργεια που αντιστοιχεί σε 300 περίπου θερμίδες για κάθε 100 γραμμάρια. Το λάδι της ελιάς αποτελεί τη βάση της λεγόμενης "μεσογειακής διατροφής" στην οποία αποδίδεται και η υγεία και η μακροζωία των μεσογειακών λαών (οι Έλληνες είναι από του μακροβιότερους λαούς στον κόσμο). Η θρεπτική αξία και οι άλλες ιδιότητες του ελαιόλαδου σαφώς ξεπερνούν αυτές των σπορέλαίων που δεν προέρχονται από μηχανική σύνθλιψη του καρπού αλλά από επεξεργασία του με χημικούς διαλύτες οι οποίοι στη συνέχεια εξατμίζονται. Δυστυχώς όμως, τα τελευταία χρόνια, ύστερα από ένα καταιγισμό διαφημίσεων, τα σπορέλαια εκτοπίζουν το ελαιόλαδο όλο και περισσότερο, κυρίως λόγω της χαμηλότερης τιμής τους αλλά και λόγω της άγνοιας των καταναλωτών.

Η αξία του ελαιόλαδου έχει εκτιμηθεί παγκόσμια. Στις ξένες αγορές είναι ένα πολύτιμο και πανάκριβο προϊόν. Η παγκόσμια παραγωγή ελαιόλαδου προέρχεται κυρίως από τις παραμεσόγειες χώρες, ειδικά Δε από την Ισπανία, την Ιταλία και τη Ελλάδα.

Για πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή ελαιόλαδου, μεταφορτώστε PDF αρχείο κάνοντας κλικ ΕΔΩ.